Η πρόσφατη εφαρμογή μεταρρυθμίσεων στην εργατική νομοθεσία της Βρετανίας έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από τις επιχειρηματικές ενώσεις. Την ίδια στιγμή, η υπουργός Εργασίας, Κέιτ Ντίρντεν, υποστηρίζει ότι οι αλλαγές αυτές είναι αναγκαίες ώστε το Ηνωμένο Βασίλειο να βρεθεί σε ισότιμη θέση με άλλες οικονομίες παγκοσμίως.
Οι νέοι νόμοι που σχετίζονται με τα δικαιώματα των εργαζομένων τέθηκαν σε εφαρμογή το προηγούμενο έτος, με ορισμένες διατάξεις να εφαρμόζονται άμεσα και άλλες το επόμενο έτος.
Επιχειρηματικοί φορείς έχουν προειδοποιήσει ότι οι αλλαγές —που περιλαμβάνουν αυξημένες αποζημιώσεις ασθενείας και δικαιώματα απόλυσης, καθώς και πρόσβαση των συνδικάτων στους χώρους εργασίας— ενδέχεται να επιβαρύνουν τα κόστη και να περιορίσουν τις νέα προσλήψεις, σύμφωνα με τον Guardian.
Αντίθετα, η Διρντεν τονίζει ότι με αυτές τις μεταρρυθμίσεις, το Ηνωμένο Βασίλειο αποκτά ισότιμους όρους ανταγωνισμού σε σύγκριση με άλλες χώρες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). «Είμαστε πλέον σε θέση να προσφέρουμε ίσες ευκαιρίες στο εργατικό μας δυναμικό, ενημερώνοντας τη νομοθεσία μας», ανέφερε η υπουργός κατά τη διάρκεια υπουργικής διάσκεψης της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας στη Γενεύη.
Σταθερές σχέσεις εργασίας
Ο Άντι Μπέρναμ, πιθανός διάδοχος του Κίρ Σταρμερ στην ηγεσία του Εργατικού Κόμματος, αναμένεται να διατηρήσει την κυβερνητική προσέγγιση αναφορικά με τα δικαιώματα των εργαζομένων, εφόσον κερδίσει τις επαναληπτικές εκλογές της ερχόμενης εβδομάδας στο Μέικερφιλντ.
Οι υπουργοί έχουν ήδη ξεκινήσει διαβουλεύσεις για το επόμενο στάδιο της νομοθεσίας, που θα υποχρεώσει τους εργοδότες να παρέχουν σταθερό ωράριο εργασίας, αντικαθιστώντας τις «εκμεταλλευτικές» συμβάσεις μηδενικών ωρών.
Ο βιομηχανικός τομέας έχει συμβουλευτεί το Εργατικό Κόμμα να προχωρήσει με προσοχή σε αυτή την αλλαγή, με την Ελεν Ντίκινσον, διευθύνουσα σύμβουλο του British Retail Consortium, να προειδοποιεί για τους κινδύνους κατάργησης των ευέλικτων θέσεων εργασίας.
Η υπουργός Εργασίας αναγνωρίζει ότι για κάποιους εργαζόμενους, η ευελιξία αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι εάν η κυβέρνηση αντιμετωπίσει το θέμα σωστά, η αλλαγή αυτή θα μπορούσε να βελτιώσει τη ζωή των χαμηλόμισθων εργαζομένων.

