Δεκαετία περνά από την καταστροφική επιδημία Έμπολα στη Δυτική Αφρική και ο ιός επιστρέφει με ανησυχητική δύναμη στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC) προειδοποιούν για την εξέλιξη της κρίσης, αναφέροντας ότι, αν δεν υπάρξουν άμεσα και συντονισμένα μέτρα από τη διεθνή κοινότητα, η νέα έξαρση μπορεί να μετατραπεί σε μία από τις πιο σοβαρές που έχει βιώσει η Αφρική μέχρι σήμερα. Η τρέχουσα κατάσταση φέρνει στο μυαλό τις μνήμες από την υγειονομική τραγωδία του 2014-2016, η οποία είχε δραματικές συνέπειες, με πάνω από 11.000 θανάτους.
Η κρίση εστιάζεται σε μια βόρεια περιοχή της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, που γνωρίζει καλά τον ιό. Από το 1976, η χώρα έχει αντιμετωπίσει 17 επιδημίες Έμπολα, περισσότερες από κάθε άλλη χώρα. Ωστόσο, η σημερινή κατάσταση προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία, καθώς πρόκειται για το σπάνιο στέλεχος Μπουντιμπουγκιό (Bundibugyo), το οποίο δεν διαθέτει εγκεκριμένο εμβόλιο ή θεραπεία. Σε σχέση με το πιο κοινό στέλεχος Ζαΐρ, που έχει εμβόλια και θεραπευτικές επιλογές, το Bundibugyo θέτει τις υγειονομικές αρχές προ των πυλών μιας επικίνδυνης πρόκλησης.
Ο επικεφαλής της διεύθυνσης πρόβλεψης και ανάλυσης επιδημιών των CDC, Τζέισον Άσερ, τόνισε την κρισιμότητα της κατάστασης. Τα επιδημιολογικά μοντέλα δείχνουν ότι χωρίς δυναμικές παρεμβάσεις, η εξέλιξη της επιδημίας μπορεί να προσεγγίσει τις διαστάσεις της προηγούμενης κρίσης. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε δεδομένα που αφορούν τον αριθμό των μολύνσεων και τη δυνατότητα ανίχνευσης επαφών, με τις προβλέψεις να είναι δυσοίωνες.
Μέχρι σήμερα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έχει πιστοποιήσει 381 κρούσματα στην περιοχή του Κονγκό, με 64 θανάτους. Στην Ουγκάντα, όπου ο ιός έχει διασπαρεί, έχουν καταγραφεί 16 επιβεβαιωμένα κρούσματα και ένας ο θάνατος. Υπάρχει, ωστόσο, και μια ελπίδα: επτά ασθενείς ανάρρωσαν στο Κονγκό και δύο στην Ουγκάντα, αποδεικνύοντας ότι με σωστή ιατρική φροντίδα η νόσος μπορεί να αντιμετωπιστεί.
Ωστόσο, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι ο πραγματικός αριθμός των κρουσμάτων είναι πιθανώς πολύ υψηλότερος. Η επιδημία διαπιστώθηκε μόλις εβδομάδες μετά την έναρξή της, ενώ η ασταθής κατάσταση στην επαρχία Ιτουρί, με συνεχείς συγκρούσεις, δυσκολεύει σημαντικά την πρόσβαση των υγειονομικών ομάδων στις πληγείσες περιοχές. Η ανησυχία είναι απόλυτα δικαιολογημένη, δεδομένου του κινδύνου εξάπλωσης του ιού λόγω της κατάστασης της ασφάλειας.
Bundibugyo: Μια νέα πρόκληση
Η τρέχουσα επιδημία είναι αποτέλεσμά του στέλεχος Μπουντιμπουγκιό, το οποίο πρωτοπαρατηρήθηκε το 2007 στην Ουγκάντα και έχει προκαλέσει μικρότερες εξάρσεις έκτοτε. Η θνησιμότητα από αυτό κυμαίνεται μεταξύ 25% και 40%, ανάλογα με την ποιότητα των ιατρικών υπηρεσιών. Αν και λιγότερο θανατηφόρο από το στέλεχος Ζαΐρ, η έλλειψη διαθέσιμων εμβολίων καθιστά το Bundibugyo εξίσου επικίνδυνο σε περιόδους κρίσης.
Κατά τη διάρκεια της μεγάλης επιδημίας της Δυτικής Αφρικής, διεθνείς φορείς κατάφεραν να περιορίσουν τον ιό μέσω μαζικής χρήσης του εμβολίου rVSV-ZEBOV και πειραματικών θεραπειών που δεν είναι όμως διαθέσιμες για το τωρινό στέλεχος. Οι υγειονομικές αρχές, λοιπόν, επικεντρώνονται στα παραδοσιακά μέτρα δημόσιας υγείας, όπως η έγκαιρη ανίχνευση και καλή εκπαίδευση της κοινότητας. Ωστόσο, η υψηλή δυσπιστία προς τους ξένους επαγγελματίες υγείας και οι αναταραχές δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο την κατάσταση.
Ο Τζέισον Άσερ επισημαίνει ότι η σύγκριση με την επιδημία της Δυτικής Αφρικής δεν έχει στόχο να προκαλέσει πανικό, αλλά να υπογραμμίσει την ανάγκη άμεσης παρέμβασης. Οι προκλήσεις είναι σίγουρα μεγαλύτερες τώρα, καθώς οι συγκρούσεις, η φτώχεια και οι κινητικές τάσεις του πληθυσμού είναι πιο έντονες από τότε.
Ο Διευθυντής των CDC αναγνωρίζει ότι χωρίς μια δραστική αύξηση των πόρων – όπως η ανάπτυξη ταχέων ανταγωνίστρων και η ενίσχυση της εργαστηριακής διάγνωσης – το χειρότερο σενάριο μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Η κατάσταση είναι δύσκολη, αλλά η παρέμβαση είναι ακόμη εφικτή.
Η αθέατη διάσταση
Η υποδήλωση κρουσμάτων είναι μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στη μάχη κατά του Έμπολα. Στην επαρχία Ιτουρί, όπου οι ένοπλες συγκρούσεις είναι σχεδόν καθημερινές, οι κάτοικοι φοβούνται να επισκεφθούν ιατρικά κέντρα, είτε εξαιτίας της βίας είτε της καχυποψίας προς το προσωπικό. Πολλοί προτιμούν να αναζητούν βοήθεια από παραδοσιακούς θεραπευτές, γεγονός που καθιστά τον πραγματικό αριθμό κρουσμάτων ακόμη πιο ασαφή.
Η ιστορία μας έχει δείξει ότι σε κάθε μεγάλη επιδημία, οι επιβεβαιωμένες περιπτώσεις είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Κατά τη διάρκεια της επιδημίας του 2014, υπολογίζεται ότι τουλάχιστον τα μισά κρούσματα δεν είχαν καταγραφεί ποτέ. Με τις τελευταίες εκτιμήσεις να μιλούν για 381 επιβεβαιωμένα κρούσματα, ο πραγματικός αριθμός μπορεί να είναι ήδη τριπλάσιος ή και τετραπλάσιος.
Η προειδοποίηση των CDC δεν απευθύνεται μόνο στην κυβέρνηση της Κινσάσα αλλά και στη διεθνή κοινότητα, καθώς τα μαθήματα από την κρίση του 2014 εξακολουθούν να είναι επίκαιρα. Η σημερινή επιδημία, αν αφεθεί να επαυξάνεται, μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες, δεδομένου ότι ξεκινά σε ένα περιβάλλον σοβαρών συγκρούσεων και χωρίς τα απαραίτητα εμβόλια και θεραπείες.

