Καθώς η τηλεργασία καθίσταται η νέα κανονικότητα για εκατομμύρια εργαζόμενους στην Ευρώπη, οι γραμμές που διαχωρίζουν την επαγγελματική από την προσωπική ζωή γίνονται όλο και πιο θολές. Η πανδημία αναμόρφωσε το εργασιακό τοπίο και παρόλο που η ελαστικότητα του χρόνου προσφέρει πλεονεκτήματα, δημιουργεί και παγίδες που είναι δύσκολο να αποφευχθούν. Πολλοί εργαζόμενοι αναρωτιούνται πότε ήταν η τελευταία φορά που αποσυνδέθηκαν πλήρως από τα καθήκοντά τους.
Συγκεκριμένα, όπως δείχνει προδημοσίευση του Eurofound, σχεδόν το 20% των εργαζομένων στην ΕΕ εκφράζει ανησυχία για την ανάγκη τους να παραμένουν διαθέσιμοι μετά το ωράριο εργασίας τους. Αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 39,4 εκατομμύρια άτομα στην Ευρώπη, με δεδομένα που αναμένονται το 2024.
Η συνεχής σύνδεση μπορεί να θεωρείται αναγκαία για την καθημερινότητα, αλλά έχει αποδείξεις ότι υπονομεύει την ψυχική υγεία και ευημερία των εργαζομένων. Ειδικά όταν οι νέες συνθήκες εργασίας συνδυάζονται με την αυξανόμενη ψηφιοποίηση, οι εργαζόμενοι συχνά παλεύουν με την αίσθηση ότι η εργασία τους συνεχίζεται ακόμα και σε περιόδους ανάπαυσης.
Η συνεχής διαθεσιμότητα και οι επιπτώσεις της στην ψυχική υγεία
Η ανάγκη να είναι κανείς πάντα διαθέσιμος δεν είναι απλώς μια πρόκληση, αλλά και μια πηγή άγχους. Με τα δεδομένα της Eurofound να αποκαλύπτουν ότι το 59% των εργαζομένων που βρίσκονται σε καθημερινή επικοινωνία μετά το ωράριο τους αναφέρουν υψηλά επίπεδα εργασιακού άγχους, η κατάσταση αυτή γίνεται όλο και πιο ανησυχητική.
Σε αντίθεση, το ποσοστό αυτό μειώνεται στο 17% για όσους δεν δέχονται επικοινωνία εκτός της εργάσιμης ημέρας τους. Οι λόγοι πίσω από αυτή τη διαφορά περιλαμβάνουν τη μείωση του φορτίου εργασίας, καθώς πολλοί εργαζόμενοι δυσκολεύονται να ολοκληρώσουν τις υποχρεώσεις τους εντός των συμφωνημένων ωρών.
Οι νέες συνθήκες εργασίας και η εξάπλωση της ψηφιακής τεχνολογίας έχουν συμβάλει στο να καταστεί μια τέτοια κατάσταση κανονικότητα. Ο διευθυντικός τομέας και οι υπηρεσίες πώλησης καταγράφουν τα υψηλότερα επίπεδα επικοινωνίας εκτός ωραρίου, ενώ οι εργαζόμενοι σε τομείς όπως η εκπαίδευση και η υγειονομική περίθαλψη είναι μεταξύ των πιο επιρρεπών στην κατάσταση αυτή.

Επιπλέον, οι εργαζόμενοι με ευέλικτο ωράριο είναι πιο πιθανό να αντιμετωπίσουν το εν λόγω φαινόμενο. Στην EUROFOUND, το 64% των εργαζομένων με ευέλικτο χρόνο δήλωσαν ότι αισθάνονται την ανάγκη να είναι διαθέσιμοι εκτός των συμβατικών ωρών, σε αντίθεση με το 49% των εργαζομένων σε τυπικά ωράρια.
Δικαιώματα και ανισότητες στην αποσύνδεση
Με δεδομένες τις προκλήσεις αυτές, αρκετά κράτη-μέλη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, θεσπίζουν το δικαίωμα αποσύνδεσης, δηλαδή το δικαίωμα των εργαζομένων να μην απαντούν σε επικοινωνίες εκτός ωραρίου χωρίς να υποστούν αρνητικές συνέπειες. Ωστόσο, οι διαφορές στο εκάστοτε ρυθμιστικό πλαίσιο είναι σημαντικές και επηρεάζουν την πραγματικότητα των εργαζομένων.
Η προδημοσίευση του Eurofound υπογραμμίζει ότι οι εργασιακοί κανονισμοί διαφέρουν, με ορισμένες χώρες να εντάσσουν το δικαίωμα μόνο για τηλεργαζόμενους, ενώ άλλες το επεκτείνουν σε όλους τους εργαζόμενους. Η Ελλάδα, όπως και η Κύπρος, περιορίζει το δικαίωμα μόνο σε εκείνους που εργάζονται από το σπίτι, γεγονός που μπορεί να εντείνει τις ανισότητες.
Αξιοσημείωτο είναι ότι οι χώρες με καλά θεσπισμένη νομοθεσία, όπως η Γαλλία, παρουσιάζουν χαμηλά ποσοστά εργαζομένων που δέχονται επικοινωνία εκτός ωραρίου. Αντίθετα, περισσότερες ευέλικτες χώρες χωρίς αντίστοιχες ρυθμίσεις μετρούν υψηλότερα ποσοστά παραβίασης του δικαιώματος στην αποσύνδεση.
Με την τηλεργασία και τις ευέλικτες συνθήκες να κερδίζουν έδαφος, είναι κρίσιμο να αναζητηθούν λύσεις που θα εξασφαλίσουν τη σωστή ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.
Πηγή: in.gr
## Η άποψη του TechNoid.gr
Η σύγχρονη εργασία υπό το πρίσμα της τηλεργασίας δημιουργεί προκλήσεις που απαιτούν προσοχή. Η ανάγκη για ισορροπία μεταξύ επαγγελματικών υποχρεώσεων και προσωπικής ζωής είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Είναι σημαντικό να επανεξετάσουμε τις υφιστάμενες πολιτικές και να προωθήσουμε ένα εργασιακό περιβάλλον που να σέβεται την ανάγκη των εργαζομένων για αποσύνδεση. Η έμφαση στο δικαίωμα αποσύνδεσης θα μπορούσε να συνεισφέρει στην βελτίωση της ποιότητας ζωής και της παραγωγικότητας των εργαζομένων, διαμορφώνοντας ένα υγιές και βιώσιμο εργασιακό περιβάλλον.

