Σύμφωνα με την πρόσφατη ανακοίνωση της Micron, οι 16 αυτές στρατηγικές συμφωνίες πελατών (SCA) αφορούν την τεχνολογία 3D NAND και DRAM και περιλαμβάνουν εγγυημένα ελάχιστα έσοδα που φθάνουν τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια. Επίσης, η εταιρεία αναμένει προκαταβολές και άλλες χρηματοοικονομικές δεσμεύσεις που θα φτάσουν τα 22 δισεκατομμύρια δολάρια, και προειδοποιεί για τη συνεχιζόμενη κρίση στην αγορά μνήμης, που αυξάνει τις τιμές σε διάφορες κατηγορίες προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των υπολογιστών.
Από αυτά τα 100 δισεκατομμύρια, οι 14 από τις 16 συμφωνίες αφορούν τα ελάχιστα εγγυημένα έσοδα, υπολογισμένα με βάση τις χαμηλότερες δεσμευμένες ποσότητες και τις τιμές των συμβολαίων. Στην πρακτική τους εφαρμογή, τα πραγματικά έσοδα μπορεί να είναι πολύ πιο υψηλά, αν οι πελάτες επιλέξουν να αγοράσουν περισσότερες ποσότητες ή να πληρώσουν παραπάνω από το ελάχιστο. Παράλληλα, οι πελάτες καταβάλλουν προκαταβολές ή αναλαμβάνουν χρηματοοικονομικές δεσμεύσεις προκειμένου να εξασφαλίσουν την παροχή μνήμης στο μέλλον.
Ανάμεσα στους νέους πελάτες, βρίσκονται τέσσερις πολύ μεγάλοι και τρεις μεσαίου μεγέθους, κάποιοι από τους οποίους δεν είχαν προηγουμένως μακροπρόθεσμες συμφωνίες με κατασκευαστές μνήμης. Οι συμφωνίες αυτές έχουν διάρκεια πέντε ετών, καλύπτοντας την περίοδο από το 2026 έως το 2030, εκτός από τις συμφωνίες στον τομέα της αυτοκίνησης, οι οποίες είναι τριετούς διάρκειας.
Η μεγαλύτερη αυτή συμφωνία έχει προκαλέσει αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της Micron, καθώς παραδοσιακά υπέγραφε μακροχρόνιες συμβάσεις κυρίως με γιγάντες της τεχνολογίας, όπως η Apple και η Nvidia. Οι 16 αυτές SCA αναμένεται να καλύψουν περίπου το 20% του συνολικού όγκου DRAM και το 33% του NAND της Micron μέχρι το 2030, ενώ είναι πιθανό να προστεθούν και άλλες συμφωνίες στο μέλλον.
Η στροφή της Micron οφείλεται στην παρατεταμένη έλλειψη μνήμης, η οποία αναμένεται να συνεχιστεί, με τον CEO Sanjay Mehrotra να δηλώνει ότι η ζητούμενη προσφορά θα παραμείνει ανεπαρκής τουλάχιστον μέχρι το 2027, με σηματοδοτούμενη βελτίωση μόνο από το 2028 και μετά. Η ανάγκη βελτίωσης της προσφοράς σε μνήμη και αποθηκευτικά μέσα θα απαιτήσει σημαντικό χρόνο, χωρίς να υπάρχει προς το παρόν ξεκάθαρη ένδειξη για το πότε η προσφορά θα καταφέρει να φτάσει στην αυξανόμενη ζήτηση.

