Η Apple και η Micron βρίσκονται σε σύγκρουση για το ποιος θα προμηθεύσει τσιπ μνήμης στα προϊόντα της εταιρείας — και η κυβέρνηση Τραμπ πρέπει να διαλέξει πλευρά. Το στοίχημα δεν είναι μόνο οι τιμές, αλλά η ενδυνάμωση της εγχώριας βιομηχανίας ημιαγωγών ή η παραμονή της Apple ανταγωνιστική σε παγκόσμιο επίπεδο.
- Η Apple ζητά άδεια να αγοράσει τσιπ μνήμης από κινέζους προμηθευτές (CXMT και YMTC) για προϊόντα που πωλούνται σε όλο τον κόσμο, όχι μόνο στην Κίνα.
- Η Micron, ο μόνος μεγάλος αμερικανικός κατασκευαστής μνήμης, πιέζει την κυβέρνηση να μπλοκάρει το σχέδιο, ισχυριζόμενη ότι θα καταστρέψει την εγχώρια βιομηχανία.
- Ο Τραμπ αντιμετωπίζει δίλημμα: χαμηλότερες τιμές για τους καταναλωτές ή ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής ημιαγωγών.
Το δίλημμα της Apple και της Micron
Πριν από λίγο καιρό, η Apple έκανε ένα κίνημα που προκάλεσε πολιτικό σάλο: ζήτησε άδεια από την κυβέρνηση Τραμπ να αγοράσει τσιπ μνήμης από δύο κινέζες εταιρείες — την ChangXin Memory Technologies (CXMT) και την Yangtze Memory Technologies (YMTC). Στη σκληρή εποχή της αγοράς ημιαγωγών, αυτό δεν θα ήταν τόσο περίεργο· αλλά όχι μόνο για προϊόντα που πωλούνται στην Κίνα. Η Apple θέλει να χρησιμοποιήσει αυτά τα τσιπ παγκοσμίως — σε iPhones, iPads και άλλες συσκευές που θα φτάσουν σε Ευρώπη, Ασία, Αμερική.
Το πρόβλημα; Και οι δύο εταιρείες έχουν χαρακτηριστεί από το αμερικανικό Πεντάγωνο ως κινέζικες στρατιωτικές εταιρείες. Δεν είναι μόνο ένα νούμερο στο χαρτί — η YMTC βρίσκεται στη λίστα κυρώσεων του Υπουργείου Εμπορίου. Γι’ αυτό η Apple, σαν φορέας εθνικής ασφάλειας, δεν μπορεί να προμηθευτεί χωρίς ειδική άδεια.
Στον άλλον γωνιακό κλαρίνο βρίσκεται η Micron — ο μόνος μεγάλος αμερικανικός κατασκευαστής μνήμης. Και η Micron δεν σιωπά. Ο Διευθύνων Σύμβουλος Sanjay Mehrotra έχει πιέσει προσωπικά τον υπουργό Εμπορίου Howard Lutnick και τον υπουργό Οικονομικών Scott Bessent, προειδοποιώντας ότι μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να καταστρέψει την εγχώρια βιομηχανία με τον ίδιο τρόπο που η Κίνα έχει αποδεκατίσει τις αμερικανικές χαλυβουργικές και βιομηχανικές μονάδες.
Τι απαιτείται για την προμήθεια κινεζικών τσιπ
Η Apple δεν ζητάει κάτι που μπορεί να κάνει ο καθένας. Τα τσιπ μνήμης DRAM και NAND που χρησιμοποιούν τα σύγχρονα smartphones και tablets είναι ακριβά, πολύπλοκα και δύσκολο να κατασκευαστούν. Παγκοσμίως, μόνο δύο χώρες κατέχουν την τεχνολογία για να τα φτιάχνουν σε μαζική κλίμακα: η Ιαπωνία (SK Hynix, Kioxia) και η Νότια Κορέα (Samsung). Η Κίνα έχει προσπαθήσει για χρόνια να ξεπεράσει το χάσμα — κι εδώ έρχονται οι CXMT και YMTC.
Η Apple, παρ’ όλες τις δαπάνες που κάνει στις ΗΠΑ (600 δισεκατομμύρια δολάρια για το American Manufacturing Program, συμφωνία 30 δισεκατομμυρίων με τη Broadcom), αντιμετωπίζει έλλειψη προσφοράς. Τα τσιπ DRAM που χρειάζεται κοστίζουν περισσότερο από τα αμερικανικά — απλά. Και σε έναν κόσμο όπου η Apple θέλει να διατηρήσει τα περιθώρια κέρδους, η αγορά από πιο φθηνές πηγές είναι ορθολογική. Ειδικά όταν μιλάμε για τσιπ που θα χρησιμοποιηθούν σε συσκευές που πωλούνται στο εξωτερικό, όχι στην Αμερική.
Αλλά εδώ κρύβεται το κόλπο: η κυβέρνηση ανησυχεί ότι εάν επιτρέψει στην Apple να προμηθεύεται από CXMT και YMTC, και αυτές οι εταιρείες αρχίσουν να παράγουν μαζικά για ένα τέτοιο μεγάλο πελάτη, θα ενισχυθούν στρατηγικά και θα μπορέσουν να καταστρέψουν τον ανταγωνισμό στη χαμηλή τιμή — ακριβώς όπως συνέβη στα χάλυβα και τα γεωργικά προϊόντα.
Το επιχείρημα της Micron ενάντια στο σχέδιο
Η Micron δεν φαίνεται να διαφωνεί ότι υπάρχει έλλειψη μνήμης. Το ίδιο επιχείρημα που χρησιμοποιεί, όμως, είναι ενδιαφέρον: ισχυρίζεται ότι η ίδια η Apple είναι μέρος του προβλήματος. Ένα στέλεχος της Micron δήλωσε πρόσφατα ότι πολλοί πελάτες της — και υπονοείται η Apple — ήταν «πολύ επιθετικοί με τις τιμές» κατά την ύφεση του 2023. Αυτές οι πολύ χαμηλές τιμές αποθάρρυναν τις επενδύσεις σε νέα παραγωγική ικανότητα, δημιουργώντας το όποιο έλλειμμα υφίσταται σήμερα.
Η Micron λέει ότι μπορεί να επιλύσει τη σημερινή κρίση όχι αγοράζοντας από κινέζους, αλλά επιταχύνοντας την κατασκευή εγχώριων εργοστασίων και αυξάνοντας τις επενδύσεις στις ΗΠΑ. Αυτό ακούγεται λογικό — και πολιτικά ελκυστικό για έναν πρόεδρο που θέλει να αναγεννήσει την αμερικανική παραγωγή. Όμως, χρειάζεται χρόνο. Τα νέα εργοστάσια δεν χτίζονται σε έξι μήνες.
Το μεγαλύτερο επιχείρημα της Micron είναι σε επίπεδο εθνικής ασφάλειας: αν επιτρέψεις στις κινέζικες εταιρείες να γίνουν προμηθευτές κρίσιμων τσιπ, θα κατέστησες τη δική σου βιομηχανία τεχνολογίας εξαρτημένη από την Κίνα, ακριβώς όπως έγινε με τα χάλυβα. Κι αν κάποτε υπάρξει πόλεμος ή κρίση, η Κίνα μπορεί να κόψει την προσφορά.
Πόσο ισχυρό είναι το lobbying της Apple
Η Apple δεν είναι απλώς ένα επιχείρημα σε ένα σημειωματάριο. Δύο χρόνια, περισσότερο ή λιγότερο, έχει δαπανήσει χρόνο και χρήμα για να χτίσει καλή θέληση με την κυβέρνηση: 600 δισεκατομμύρια δολάρια για το American Manufacturing Program, συμφωνίες με την Intel, και πιο πρόσφατα μια συμφωνία 30 δισεκατομμυρίων με την Broadcom. Αυτές οι επενδύσεις δεν είναι τυχαίες — είναι πολιτικό κεφάλαιο που η Apple μπορεί να χρησιμοποιήσει για να πει στην κυβέρνηση: «Κοίτα τι κάνω για τις ΗΠΑ. Δώσε μου αυτή τη μικρή άδεια».
Ταυτόχρονα, η Micron δεν είναι ασθενής παίκτης. Η μετοχή της έχει αυξηθεί κατά 191% σε διακοπή έτους και 727% στους τελευταίους 12 μήνες. Είναι μια εταιρεία που εκπροσωπεί την αμερικανική τεχνο-βιομηχανία, και ένας πρόεδρος που θέλει να δημιουργήσει θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ δεν μπορεί να την αγνοήσει.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει δηλώσει ότι θέλει «επενδύσεις και οικονομική ανακούφιση για τον αμερικανικό λαό, ενώ προστατεύει την εθνική ασφάλεια». Αλλά πώς κάνεις και τα δύο; Αν επιτρέψεις στην Apple να αγοράσει από κινέζους, θα έχεις φθηνότερα τσιπ και χαμηλότερες τιμές για τα iPhones — αλλά μπορεί να ζημιώσεις τη Micron. Αν τη μπλοκάρεις, στηρίζεις τη Micron αλλά οι τιμές των iPhones μπορεί να ανέβουν.
Η άποψή μας στο TechNoid
Στο TechNoid πιστεύουμε ότι η κυβέρνηση Τραμπ πρέπει να μπλοκάρει το σχέδιο της Apple — αλλά με προϋποθέσεις. Όχι απλώς για να προστατεύσει τη Micron, αλλά για να αποφύγει να κάνει τη χώρα εξαρτημένη από κινέζικα τσιπ. Ναι, αυτό σημαίνει ότι τα iPhones μπορεί να γίνουν λίγο πιο ακριβά. Αλλά υπάρχει εναλλακτική λύση: η κυβέρνηση πρέπει να επιταχύνει τις επενδύσεις στη Micron και σε άλλους αμερικανικούς κατασκευαστές με επιδοτήσεις και δάνεια, ώστε να μπορέσουν να δημιουργήσουν νέα εργοστάσια γρήγορα. Η Apple, από την πλευρά της, πρέπει να αποδεχτεί ότι η εγχώρια παραγωγή θα κοστίσει περισσότερο — τουλάχιστον προς το παρόν.
Η σύγκρουση Apple-Micron είναι το πραγματικό τεστ της πολιτικής του Τραμπ για “Made in America”. Γιατί αν επιτρέψει στην Apple να κόβει γωνίες και αγοράζει φτηνά τσιπ από την Κίνα, τι μήνυμα στέλνει αυτό στον υπόλοιπο κόσμο περί αμερικανικής παραγωγής;

